Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

dietary change


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο dietary παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: change

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dietary adj (relating to diet)διατροφικός επίθ
  διαιτητικός, διαιτολογικός επίθ
 Do you have any dietary restrictions?
dietary adj (substance: in one's diet)διατροφικός επίθ
 Dietary cholesterol comes from meat and dairy products.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dietary cholesterol n (fatty substance in food) (στις τροφές)διαιτητική χοληστερόλη επίθ + ουσ θηλ
dietary fiber (US),
dietary fibre (UK)
n
uncountable (roughage)εδώδιμες ίνες επίθ + ουσ θηλ
  φυτικές ίνες επίθ + ουσ θηλ πλ
dietary value n (nutritional benefit)διατροφική αξία φρ ως ουσ θηλ
 While cookies are delicious, they contain little dietary value.
fiber (US),
fibre (UK)
n
uncountable (dietary roughage) (τροφή)φυτική ίνα επίθ + ουσ θηλ
 A diet high in fiber may help prevent colon cancer.
 Μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του καρκίνου του εντέρου.
non-dietary adj (not in diet)άσχετος με τη διατροφή περίφρ
  που δεν σχετίζεται με τη διατροφή περίφρ
 There are sometimes non-dietary factors that contribute to obesity.
recommended daily value,
recommended dietary allowance,
recommended daily amount,
recommended daily intake
n
(nutrient: healthy amount per day)συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη φρ ως ουσ θηλ
  συνιστώμενη ημερήσια δόση φρ ως ουσ θηλ
 The recommended daily value of dietary fiber is 25 to 35 grams.
vegan,
dietary vegan
n
(person: eats no animal products)βέγκαν, βίγκαν, vegan ουσ αρσ/θηλ άκλ
  αυστηρά χορτοφάγος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Russell doesn't eat meat or cheese because he's a vegan.
veganism,
dietary veganism
n
(not eating animal products)βεγκανισμός, βιγκανισμός ουσ αρσ
  αυστηρή χορτοφαγία, ολική χορτοφαγία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dietary change στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dietary change».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!